Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Η 6η Δεκεμβρίου του πατέρα μου, του Παύλου Σιδηρόπουλου και του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Ακριβώς όπως είναι η πλατεία Βικτωρίας σήμερα, έτσι ήταν και στις 6 Δεκεμβρίου του 2008: Φωταγωγημένη, στολισμένη χριστουγεννιάτικα, με λίγους μετανάστες, οι οποίοι ειδικά τα βράδια εξαφανίζονταν μεσ' στην παγωνιά. Εκείνο το βράδυ έβαζα τα πολλά πράγματα στο καινούργιο μου διαμέρισμα επί της οδού Ελπίδος, στον πεζόδρομο. Μετακόμιση δηλαδή. Μαζί μου ήταν και ο Παναγιώτης με τη γυναίκα του από το Μπραχάμι, που δεν έχουμε καμία επικοινωνία τώρα πια. Κουβαλούσαμε, θυμάμαι, ένα ψυγειάκι που μου είχαν κάνει δώρο για τα καλορρίζικα και κούτες με CD και βινύλια - τι άλλο; Έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχαν αλλοδαποί που έτρεχαν αλαφισμένοι κρατώντας στα χέρια τους μεγάλες σακούλες με ρούχα. Δεν είχαμε καταλάβει τι γινότανε. Όταν τελειώσαμε το κουβάλημα και μπήκαμε στο αμάξι του Παναγιώτη για να με κατεβάσουν μέχρι τον Πειραιά, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι - κυριολεκτικά, όμως. Πάλι δεν καταλαβαίναμε. Στο ύψος της Πειραιώς, στη γέφυρα της Πέτρου Ράλλη, πέσαμε σε μεγάλη κίνηση. Κατέβασα το τζάμι και ρώτησα ένα νεαρό περαστικό τι συμβαίνει. ''Δεν τα μάθατε;'' μας λέει, ''σκότωσαν ένα παιδί οι μπάτσοι στα Εξάρχεια και θα καεί η Αθήνα''! Πάθαμε σοκ! Ανοίξαμε επί τόπου το ραδιόφωνο. Κάποιος παραγωγός ούρλιαζε ότι θα χυθεί αίμα και ότι ενδεχομένως να βρισκόμαστε στα νέα Δεκεμβριανά! Καταλαβαίνετε πως πήγε το πράγμα, λίγο νά'χεις άγχος, λίγο να μην έχεις εικόνα του τι γίνεται και κάτι τέτοια σε τρελαίνουν. Πιάσαμε αμέσως το σταθμό Στο Κόκκινο 105,5 απ' του οποίου το team μόλις είχα αποχωρήσει και πλέον εργαζόμουν στο Κανάλι 1 του Πειραιά. Έπαιζε Αγγελάκα, Θανάση Παπακωνσταντίνου, Pink Floyd και λοιπά ''επαναστατικά'' ακούσματα. Βρισκόμασταν μπροστά σε ένα συνταρακτικό γεγονός, δε χώραγε αμφιβολία! Έφτασα στο Κερατσίνι, αποχαιρέτισα τους φίλους μου και κατευθείαν πήγα να ευχηθώ του πατέρα μου που γιόρταζε. Εκείνη τη χρονιά δεν ήξερα τι δώρο να του κάνω. Είχαμε εξαντλήσει με τα αδέρφια μου όλο το σχετικό ''ρεπερτόριο''. Αρκέστηκα σε δύο τόμους του ''Γρίφου'' με σταυρόλεξα που του άρεσε να λύνει. Τον βρήκα καθηλωμένο στην τηλεόραση μαζί με τη μάνα μου. ''Έφαγε το παιδί ο πούστης!'' μου είπε και σίγουρα δεν τον ένοιαζε καθόλου η ονομαστική γιορτή του. Προς στιγμήν χάρηκα με την αντίδραση του, που δεν του καιγόταν καρφί για γιορτές, εννοώ. Ο συχωρεμένος ο κυρ-Νίκος, βλέπεις, ανήκε στους ανθρώπους που έδιναν σημασία στην κοινωνικότητα της ονομαστικής εορτής και μάλλον ένιωθαν δυστυχείς που τα χρόνια είχαν περάσει και ελάχιστοι πλέον τους θυμούνταν, πλην της οικογένειας τους. Ενδεικτικό αυτού που λέω είναι ότι την επόμενη μέρα δεν έκανε απολογισμό του ποιοί τον θυμήθηκαν και του τηλεφώνησαν για ευχές. ''Ρε τον κωλόμπατσο'' έλεγε μόνο και ξανάλεγε...Η μάνα μου, απ' την άλλη, κλασική Ελληνίδα μαμά, είχε αγριευτεί που θα πήγαινα να μείνω μόνος μου στη Βικτώρια, δίπλα απ' τα Εξάρχεια, στο στόμα του λύκου, όπως έλεγε. Ήξεραν κι οι δυο τους, όμως, πως για κάτι τέτοια ''επαναστατικά'' πέταγα τη σκούφια μου, μολονότι σπάνια συμμετείχα σε διαδηλώσεις. Τις επόμενες μέρες που ακολούθησαν, με είχε τόσο ταρακουνήσει το γεγονός ώστε αποφάσισα να συμμετέχω σε όλες τις κινητοποιήσεις. Θυμάμαι τώρα και γελάω πως εκείνο τον καιρό είχα μόλις ξεκινήσει δίαιτα με gilli diet και παντού έτρεχα με τα γεύματα στο χέρι. Σε μία απ' τις φασαρίες, όταν έκαναν ντου τα ΜΑΤ, μου έπεσε κάτω ένα πακέτο μπάμιες και σαν είδα το πλήθος να τις ποδοπατάει, άρχισα να ουρλιάζω: Τις μπάμιες μου, ρε σκατόμπατσοι; Τις μπάμιες μου; Τώρα θα σας γαμήσουμε! Τέλος πάντων, το 2008 υπήρχε ήδη το blog αυτό, οπότε μπορεί κανείς να ανατρέξει και να διαβάσει τις καθημερινές ανταποκρίσεις μου απ' την καρδιά των γεγονότων. Αξέχαστα ωστόσο θα μείνουν στη μνήμη μου από εκείνο τον άγριο Δεκέμβρη δύο πράγματα: Το ένα ήταν η ακύρωση του επετειακού live για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Δούλευα στο γραφείο Τύπου τότε στο Κύτταρο και λάβαμε μήνυμα να μη γίνει η συναυλία, καθώς θα είχαμε επεισόδια από αντιεξουσιαστές. Είστε αντίθετοι δηλαδή; Είχα ρωτήσει από τηλεφώνου τον εκπρόσωπο των μπαχαλάκηδων. Όχι, μου απάντησε, απλά δε θα αφήσουμε τίποτα όρθιο! Και κάπου ηρέμησα, διότι στην αρχή είχα τρομάξει μήπως δεν επιθυμούν τη συναυλία για ιδεολογικούς λόγους. Πάω και λέω του Γιακουμέλλου λοιπόν: ''Μίμη, να μη γίνει η συναυλία, είναι θερμόαιμα τα παιδιά και θα μας το κάνουν καλοκαιρινό! Μη σου πω ότι το δελτίο ειδήεων του ΣΚΑΪ θα βγει μέσα από το Κύτταρο σε διαφορετική περίπτωση...'' Και, πράγματι, το προγραμματισμένο για τις 9.12.2008 live στη μνήμη του Σιδηρόπουλου ακυρώθηκε δίχως κανένας από τους συμμετέχοντες να παραπονεθεί. Και πως να παραπονεθεί δηλαδή; Διανύαμε μία περίοδο εξαιρετικά σπάνια, θα έλεγα σήμερα, για τη νεοελληνική κοινωνία. Μία περίοδο που το τρίπτυχο Μπάτσοι - Γουρούνια - Δολοφόνοι εξέφραζε τους πάντες σχεδόν. Μία περίοδο, ακόμη, που αυτοί οι πάντες σχεδόν ήθελαν να το φωνάξουν μαζικά: Είμαστε όλοι αντιεξουσιαστές! Αυτό, πιστεύω, ήταν και το απώτερο νόημα εκείνης της ματωμένης 6ης Δεκέμβρη του 2008, η οποία, στη δική μνήμη τουλάχιστον, θά'ναι για πάντα ταυτισμένη με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον Αλέξη Γρηγορόπουλο και τον πατέρα μου. Αδικοχαμένοι κι οι τρεις τους...

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Η ανέκδοτη συνέντευξη με τη Gisela May από το 1996 δημοσιεύθηκε στο LIFO.gr

Πριν από λίγη ώρα αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική LIFO η συνέντευξη που είχα πάρει από τη μεγάλη Gisela May τον Μάρτιο του 1996 στο Augsburg της Γερμανίας. Αν και δεν επρόκειτο για συνέντευξη, αλλά για έναν καφέ που ήπιαμε και μια κουβέντα που κάναμε με τη μούσα του Bertolt Brecht, εν τούτοις μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί ως η πρώτη συνέντευξη που είχα πάρει στα 22 μου χρόνια, τότε που δεν είχα καμία προοπτική για ενασχόληση με τη δημοσιογραφία. Ας μην πω άλλα από δω, αφού τα λέω όλα στον πρόλογο της συνέντευξης με τη Gisela May. Τη διαβάζετε εδώ:
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/124197

Η Μαρία Φαραντούρη για τη Gisela May που έφυγε πριν λίγα 24ωρα στα 92 της χρόνια

...Το 1980 ηχογράφησα τον δίσκο με τραγούδια του Bertolt Brecht. Λίγα χρόνια μετά ερμήνευσα τα τραγούδια αυτά στο περίφημο Berliner Ensemble, στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία του σκηνοθέτη και ηθοποιού Έκεχαρτ Σαλ, που είχε παντρευτεί τη Μπάρμπαρα, την κόρη του Brecht. Εκεί όπως ήταν επόμενο γνώρισα τη Gisela May. Δε γινόταν κιόλας να μην τη γνωρίσω, εφόσον κάθε βράδυ έπαιζε τότε στο Berliner Ensemble. Μετά τις παραστάσεις της βγαίναμε και συζητούσαμε για τέχνη και πολιτική. Εκτιμούσε πολύ τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη χωρίς να έχουν συνεργαστεί ακόμη. 
Την ίδια περίοδο, λίγο αργότερο ίσως, στα μέσα του 1980, τραγουδήσαμε μαζί στο Μνημείο Ολοκαυτώματος του Μάουτχάουζεν το ομώνυμο έργο του Μίκη και του Καμπανέλλη: Εγώ στα ελληνικά, η Ισραηλινή Elinor Moav στα ισραηλίτικα και η Gisela May στα γερμανικά. Η συναυλία μάλιστα δισκογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε διεθνή διανομή. Αυτό που έχω να θυμάμαι είναι το πόσο καταπληκτική performer υπήρξε η Gisela May. Ο τέλειος συνδυασμός εκρηκτικού ηθοποιού και τραγουδιστή, που ερμήνευε με πάθος και με ένταση. Ως άνθρωπος διέθετε τρομερό χιούμορ, επίσης. Τη συναντούσα για πολλά χρόνια όποτε πήγαινα στη Γερμανία για συναυλίες με έργα του Θεοδωράκη. Χαίρομαι που πέρασε από το κομμάτι της ζωής μου η Gisela May...
(από τηλεφωνική συνομιλία με τη Μαρία Φαραντούρη, μεσημέρι της 5ης Δεκεμβρίου 2016)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

caro diario

Χθες στην πολυκατοικία μάζευαν τα κοινόχρηστα. Δεν ήταν μεγάλο το ποσό, αν υποτεθεί πως οι ένοικοι πληρώνουμε ανά τρίμηνο. 80 ευρώ και κάτι, σε διάστημα βέβαια που το πετρέλαιο δεν χρειάστηκε για θέρμανση. Η διαχειρίστρια μένει στον από πάνω όροφο. Τη βλέπω πάντα μόνη της με το παιδί της. Να είναι χωρισμένη άραγε; Θα μπορούσε, βάσει του look της, να είναι καθηγήτρια ή και σκηνοθέτιδα. Απλά ντυμένη πάντα, με όμορφο πρόσωπο και με μονίμως λυπημένα μάτια κάτω από τα γυαλάκια που φοράει. Νομίζω πως με συμπαθούν γενικά στην πολυκατοικία. Όποιον πετυχαίνω στην είσοδο ή στο ασανσέρ ανταλλάσσουμε ένα χαμόγελο, μια καλημέρα - καλησπέρα, ένα χαίρετε. Στον όροφο μου, δίπλα μου μένει ένα ζευγάρι Ρωσοπόντιων. Ούτε που ακούγονται. Η γυναίκα γυρνάει απ' τα ψώνια, ο άντρας απ' τη δουλειά του και κλείνονται στο διαμέρισμα τους. Απέναντι ακριβώς απ' την πόρτα μου μένει μία χήρα ταξιάρχου, όπως της αρέσει να συστήνεται. Το γράφει και στο κουδούνι της. Σίγουρα θά'ναι πάνω από 80. Κουφή (λίγο) και πάντα περιποιημένη, δεν υπάρχει περίπτωση να με δει και να μη με ρωτήσει πως με λένε. Θα της έχω συστηθεί τουλάχιστον πέντε φορές ίσαμε τώρα. Τις προάλλες πέτυχε και τη μάνα μου στην είσοδο. Μίλησαν για λίγο και μετά γύρισε και μού'πε η μάνα μου ότι μ' αυτήν θα πίνουν καφέ όποτε θα έρχεται να με επισκέπτεται. Η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι ο κος Φαληρέας που η πόρτα του είναι φάτσα από το ασανσέρ στον όροφο μου. Ένας μοναχικός τύπος γύρω στα 70 - 75, χήρος μάλλον, με τον οποίο πιάνουμε συχνά την κουβέντα για τα καλλιτεχνικά. Την πρώτη φορά τον ρώτησα αν έχει σχέση με τον γνωστό Φαληρέα, τον γκουρού του Σαββόπουλου. Μου απάντησε πως είχαν μακρινή συγγένεια, το σημαντικό ήταν όμως ότι τον ήξερε, όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους δυο γιους του, που σήμερα έχουν το συγκρότημα Imam Baildi. Ο κος Φαληρέας με έχει βοηθήσει ήδη αρκετά στην εδώ ''ένταξη'' μου. Μου έδωσε τα κλειδιά στο λεβητοστάσιο για να βρει ο τεχνικός τη γραμμή του τηλεφώνου μου, όπως και το δικό του τηλεφωνικό νούμερο, ώστε να τον καλέσω για οτιδήποτε χρειαστώ. Προχθές ανεβήκαμε μαζί με το ασανσέρ. Μου είπε ότι διαβάζει στην ηλεκτρονική LIFO τις συνεντεύξεις μου και λίγο πριν μπούμε ο καθένας στο διαμέρισμα του μού εξέφρασε τη χαρά του που είμαστε γείτονες στον όροφο. Σκέφτομαι αυτές τις μέρες να βάλω δορυφορικό πιάτο. Ελληνική τηλεόραση δεν παρακολουθώ, άλλωστε, τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια μοιάζουν σα σκιές του ένδοξου παρελθόντος τους, βουτηγμένα κι αυτά στην κρίση. Κι έτσι, από το να βλέπω telemarketing, ανόητα ριάλιτι και αχώνευτες φάτσες, προτιμώ να παρακολουθώ σαπουνόπερες από το Μπαχρέιν ή διαφημίσεις από τη Ρωσία και τη Βουλγαρία. Είναι ένα μαγαζί εδώ παραπάνω, γωνία Κοδριγκτώνος και 3ης Σεπτεμβρίου, που βάζει - μου είπαν - δορυφορικά πιάτα για τους μετανάστες κυρίως που μένουν στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και θέλουν να βλέπουν τα κανάλια των χωρών τους. Απ' την άλλη, θυμάμαι το 2007 που είχα πάει στην Αγγλία, στο Σέφιλντ, στης φίλης μου της Ελένης, που επίσης είχε δορυφορικό πιάτο, και ένα βράδυ, μαστουρωμένοι καθώς ήμασταν από το βαρύ κλίμα της αγγλικής πόλης, κολλήσαμε σε ένα ινδικό κανάλι που μετέδιδε ινδουιστικές προσευχές: Η οθόνη σταθερή, έδειχνε μία ζωόμορφη ινδική θεότητα και όλη την ώρα άκουγες σε αραιά διαστήματα ένα ''Ομ'' και πάλι ''Ομ'' και ξανά ''Ομ''...Τέτοια κανάλια θέλω κι εγώ να πετυχαίνω στην Αθήνα του 2016 που είναι όλοι μεσ' στην τρομολαγνεία και την κινδυνολογία. Χαλαρά που να μη συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο και τα πράγματα να μην έχουν έως και καμία σημασία. Εν τω μεταξύ, παίρνω συνέχεια προσκλήσεις, διαδικτυακά πλέον: Δισκοπαρουσιάσεις, πρεμιέρες, προβολές κ.ο.κ. Δεν πηγαίνω πουθενά πλην εξαιρέσεων. Δεν έχω το χρόνο, μα ούτε και τη διάθεση. Τουλάχιστον δε λέω σε κανέναν ότι θά'μαι εκεί. Συνήθως είτε δεν απαντάω καν, που κι αυτό δεν το θέλω, είτε δηλώνω πως έχω ''κλείσει'' κάτι άλλο. Να, αύριο βράδυ, ας πούμε, θα πάω να δω την παράσταση του Χρονά για τον Τζέιμς Ντιν στο Κακογιάννης κι έτσι δε θα παραστώ στη δισκοπαρουσίαση της Καραΐνδρου στον Ιανό. Έχω και πολλή δουλειά ακόμα με τα γραφειοκρατικά για τη σύνταξη χηρίας της μάνας μου. Εγώ τα τρέχω όλα. Σκέφτομαι πως άμα είσαι ηλικιωμένος στη σύγχρονη Ελλάδα και δεν έχεις κάποιον δικό σου να τρέξει τις υποθέσεις σου, πάει, άστα να πάνε, στα παίρνει όλα το κράτος και δε μπορείς να πεις κουβέντα μετά. Απίστευτη γραφειοκρατία, Λερναία Ύδρα. Τελειώνεις το ένα θέμα, πετάγονται άλλα τρία! Τελικά, είμαι ανικανοποίητος άνθρωπος. Έλεγα πόσο θα ήθελα να ταξιδεύω συνέχεια και μόλις μου έκατσαν τρία ταξίδια στο εξωτερικό μαζεμένα μέσα σ' ένα 15ήμερο, βαρέθηκα κι ανυπομονούσα να μπω στο σπίτι μου που δεν με είχε δει, ούτε εγώ το είχα χαρεί. Τουλάχιστον θα μου κάνει καλό το τριήμερο στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Ολυμπίας, που με κάλεσαν για το επόμενο Παρασκευοσαββατοκύριακο με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Εκεί θα πάω. Θα χωθώ μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα και θα γυρνάω στο ξενοδοχείο μόνο για να γράφω. ''Θα δεις και πολλούς συναδέλφους σου'' με προϊδέασε η γλυκύτατη Ευάννα Βενάρδου στην προσπάθεια της να με πείσει να πάω, υποθέτω, χωρίς επίσης να της περάσει από το μυαλό πως κατά βάθος δεν είμαι τόσο κοινωνικός όσο βγαίνει προς τα έξω...(συνεχίζεται) 

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Στις ''Αναπάντεχες κλήσεις'' φεύγεις με το κεφάλι ψηλά

Χθες πήγα κι εγώ, που όλο το σχεδίαζα και όλο το άφηνα, και είδα την παράσταση του έργου της Τούλας Μπούτου, ''Αναπάντεχες κλήσεις'', στο θέατρο Ελπίδας στη Βικτώρια. Ένα θέατρο παλαιάς κοπής, θα λέγαμε, στο οποίο ο θεατής νιώθει σα να πήγε επίσκεψη στο σπίτι της θείας ή της γιαγιάς του. Απ' την άποψη αυτή, το κλίμα ζεστασιάς εντός του θεάτρου είναι δεδομένο.
Επί του θέματος τώρα, το ''Αναπάντεχες κλήσεις'' είναι μία κοινωνική αλληγορία - κωμωδία για την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. Ένα μικροαστικό μεσόκοπο ζευγάρι, ο Μανώλης Δεστούνης και η Νίτα Παγώνη, βουλιάζουν στην άχαρη καθημερινότητα τους, ενώ η μόνιμη μαύρη σκιά από πάνω τους είναι το ίδιο τους το παιδί, που βρίσκεται καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι. Ένας μυστήριος λευκοντυμένος τύπος θα εισβάλλει κανονικά στην οικία τους και θα προσπαθήσει επιτυχώς να ανατρέψει τη μιζέρια τους, φέρνοντας τους και πάλι σε επαφή με τις μικρές χαρές της ζωής: Ένα παράθυρο που ανοίγει για να μπει φως, μια κιθάρα ξεχασμένη στον τοίχο, ένα παλιό λαϊκό ή ρετρό τραγούδι που θα τραγουδήσουν όλοι μαζί...Στο τέλος, μία γυναίκα από την ψυχιατρική κλινική λίγο πιο πέρα απ' το σπίτι τους, θα μαζέψει ως τρελό τον λευκοντυμένο υπεραισιόδοξο τύπο, το θαύμα όμως θά'χει ήδη συντελεστεί: Ο νεαρός γιος θα σηκωθεί από το καροτσάκι του και θα περπατήσει, ενώ και ο πατέρας θα πιάσει το Τζόκερ που όλα αυτά τα χρόνια επιθυμούσε!
Αν παρακάμψεις το α λα..Καρλ Ντράγιερ στοιχείο που υπάρχει στο έργο της Μπούτου (το θαύμα με το παιδί που σηκώνεται και περπατάει), όλα τα υπόλοιπα στοιχεία είναι γνώριμα μέσα στην εργογραφία της: Τα προβλήματα στις συζυγικές σχέσεις, ένα προβληματικό παιδί που έχει χάσει τη ζωή του (εδώ, όπως είπαμε, το παιδί όχι μόνο δεν πεθαίνει, αλλά θεραπεύεται), καθώς και το κυνήγι μιας κοινωνικής ανόδου μέσω της υπέρτατης αξίας, του χρήματος. Θα λέγαμε, έτσι, πως οι ''Αναπάντεχες κλήσεις'' είναι το πλέον αισιόδοξο έργο της ιατρού και συγγραφέως, αφού η Λύτρωση επέρχεται για το σύνολο των ηρώων της. Ο Χάρης Γεωργιάδης σκηνοθέτησε χωρίς καμία μοντερνίστικη διάθεση, απλά και λιτά, αξιοποιώντας τις περσόνες του Μανώλη Δεστούνη και της Νίτας Παγώνη, καθώς και τα παλαιομοδίτικα - ηθελημένα, να υποθέσω - σκηνικά και κοστούμια της Μαριλένας Μέλη. Απόλυτα μέσα στο ρόλο του ο νεαρός Γιάννης Διακονικόλας ως το ανάπηρο παιδί που βρίσκει τη γιατρειά του και υπερβολικά θεατρικός, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο Αυγερινός Σουλόπουλος ως ο παρεξημένος τρελός του χωριού. Το μοναδικό, πάντως, στοιχείο νεοτερισμού στην παράσταση είναι η πρωτότυπη ατμοσφαιρική μουσική της Sissy Rada. Εν κατακλείδι, οι ''Αναπάντεχες κλήσεις'' δε στηρίζονται σε καμία πρωτοπορία, ούτε και θα αποσκοπούσαν σε κάτι τέτοιο. Κάνουν όμως τον θεατή να φύγει από το θέατρο με το κεφάλι ψηλά και με ένα αίσθημα ψυχικής ανάτασης. Δεν είναι και λίγο!

ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΩΝ EVEREST

Υπάρχει ένας γεωργιανός φούρνος στην πλατεία Βικτωρίας που πουλάει ολόφρεσκες πίτες από τη χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: Με κιμά, με σπανάκι, με λουκάνικο, με τυρί (χατσαπούρι λένε εκεί την τυρόπιτα) ή και σκέτο ψωμί. Στη μέση του μικρομάγαζου βλέπεις έναν παραδοσιακό πέτρινο φούρνο, στον οποίο σπάνια κλείνουν το καπάκι, εφόσον συνέχεια βάζουν και βγάζουν τα εδέσματα. Εργατικά ατυχήματα γίνονται παντού, ωστόσο στον γεωργιανό φούρνο δε νομίζω πως κινδυνεύει να ανατιναχτεί κανείς στο υπόγειο του εν ώρα εργασίας. Καταρχάς δεν έχει υπόγειο - ολόκληρη η διαδικασία παρασκευής και ψησίματος γίνεται μπροστά στα μάτια σου. Έπειτα, ούτε ξένους υπαλλήλους διαθέτει, Έλληνες εν προκειμένω ή κι εγώ δεν ξέρω από ποιο άλλο έθνος. Το φούρνο αυτό τον έχουν δύο αδέρφια από τη Γεωργία που δε βρίσκονται πολλά χρόνια στη χώρα μας και που σκέφτηκαν να κοινωνήσουν τις νοστιμιές του τόπου τους (btw, πρόσφατα σε εστιατόριο της Μόσχας μάς τραπέζωσαν με γεωργιανή κουζίνα, μα δεν τρελάθηκα για νά'μαι ειλικρινής). Το θέμα μου είναι άλλο: Μου αρέσει να ψωνίζω απ' το φούρνο αυτό. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα και περιμένω γύρω στα 10 λεπτά για να ξεφουρνιστούν οι πίτες μου, νιώθω σαν κομπάρσος ή ήρωας - δεν έχει σημασία - ταινίας του Παρατζάνοφ. Απολαμβάνω μία διάχυτη όμορφη εργατική μιζέρια, ξεχασμένη από πολλούς. Η παρασκευή του ψωμιού, το αλεύρι που το κοπανάνε και μετά το πλάθουν, μου θυμίζει έναν κατασκευαστή μουσικών οργάνων που υπήρχε στο Κερατσίνι των παιδικών μου χρόνων. Καμιά φορά λες και φεύγει όλο το χρώμα από πάνω μου, όπως και από κάθε τι εκεί μέσα, σα να εντάσομαι σε κάποια ασπρόμαυρη γεωργιανή ταινία. Με επαναφέρει βέβαια στην πραγματικότητα η λίγο τσουχτερή τιμή των εδεσμάτων (3 ευρώ κοστίζει το μεγάλο χατσαπούρι), μα δεν έχει καμία σημασία αυτό. Βγαίνοντας πριν λίγη ώρα από το φούρνο (δεν είχα σπιτικό μαγείρεμα σήμερα) πρόσεξα ένα παλιό σύνθημα των λεγόμενων αντιεξουσιαστών: Είμαστε όλοι μετανάστες...Πόσο μεγάλη αντίθεση έκανε με το άλλο σύνθημα που υπάρχει εδώ και μερικά 24ωρα στο κλειστό ''ταχυφαγείο'' της πλατείας Βικτωρίας: ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΩΝ EVEREST...

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

photo review & comments από την Ώρα των πενήντα λεπτών με τον Θέμη Ανδρεάδη

Με τον Θέμη Ανδρεάδη και τον Γιώργο Χρονά λίγο πριν την έναρξη της Ώρας των πενήντα λεπτών
Με τον Θέμη Ανδρεάδη και τον Γιώργο Χρονά λίγο πριν την έναρξη της Ώρας των πενήντα λεπτών
Θέμης Ανδρεάδης ή While my guitar gently weeps
Αντώνης Παπακωνσταντίνου στο πιάνο, Σοφία Μιχαηλίδη - Θέμης Ανδρεάδης στο τραγούδι
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης: Η Ώρα των πενήντα λεπτών έχει ξεκινήσει
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης: Η Ώρα των πενήντα λεπτών έχει ξεκινήσει
Θέμης Ανδρεάδης ή Είναι πολύ ωραίος!
Σοφία Μιχαηλίδη - Θέμης Ανδρεάδης ή Όχι δεν πρέπει να συναντηθούνε
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης: Η Ώρα των πενήντα λεπτών έχει ξεκινήσει
Γιώργος Χρονάς για τον Νίκο Σπάνια, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Τζο Ντασέν, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Θέμη Ανδρεάδη και τη Λίλη Χριστοδούλου
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης (πάντως φάρμακα δεν τού'γραψα, δεν τα'χει ανάγκη)
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης: Η Ώρα των πενήντα λεπτών στην κορύφωση της
Εξαιρετική η Σοφία Μιχαηλίδη, συνεργάτιδα του Θέμη Ανδρεάδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μεγάλη ερμηνεύτρια! Την παρακολουθούσα και σκεφτόμουν σε πόσες σημαντικές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας συμμετείχε με τη φωνή της. Νά'ναι καλά!
Κι εδώ με τον Θέμη Ανδρεάδη και τον Γιώργο Χρονά λίγο πριν την έναρξη της Ώρας των πενήντα λεπτών
Με φωτογράφισε και μένα ο καλός μου φίλος και συγγενής του Θέμη Ανδρεάδη, Jimi Montoya, ο οποίος βρέθηκε χθες βράδυ κι αυτός στο θέατρο Αγγέλων Βήμα. Τον ευχαριστώ για τα πορτραίτα!
Πορτραίτα του Θέμη Ανδρεάδη από τον Jimi Montoya
Θέμης Ανδρεάδης - Αντώνης Μποσκοΐτης: Η Ώρα των πενήντα λεπτών έχει ξεκινήσει
Θεώρησα ιστορική στιγμή την απαγγελία του Γιώργου Χρονά στο ποίημα του, ''Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε'', προτού ανέβουν στη σκηνή να το τραγουδήσουν ο Θέμης Ανδρεάδης με τη Σοφία Μιχαηλίδη, συνοδεία του Αντώνη Παπακωνσταντίνου στο πιάνο, στη μελοποίηση φυσικά του Γιάννη Μαρκόπουλου
Υπέροχη στιγμή που απαθανατίστηκε: Σοφία Μιχαηλίδη - Θέμης Ανδρεάδης - Γιώργος Χρονάς 44 χρόνια μετά την α' εκτέλεση του τραγουδιού ''Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε''
Άκρως επικοινωνιακός με το κοινό του ο Θέμης Ανδρεάδης
Ο πιανίστας μας Αντώνης Παπακωνσταντίνου που χαίρεται πολύ τις συνεργασίες του με τόσο σημαντικούς μουσικούς και γίνεται καλύτερος από παράσταση σε παράσταση
Θέμης Ανδρεάδης στην απίθανη διασκευή του στον Τζακ Ο' Χάρα του Γιώργου Ζαμπέτα. Μιλάμε για στιχουργική διασκευή - απόσταγμα ευαισθησίας και μελαγχολίας
Αντώνης Παπακωνσταντίνου στο πιάνο
Θέμης Ανδρεάδης μόνος του και μαζί με τη Σοφία Μιχαηλίδη - φωτογραφίες του Jimi Montoya
Αντώνης Παπακωνσταντίνου
Θέμης Ανδρεάδης
Όλοι τραγούδησαν το ''Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν'' μαζί με τον Θέμη Ανδρεάδη και τον Αντώνη Παπακωνσταντίνου στο πιάνο
Αυτό το προσόν έχει ο Θέμης Ανδρεάδης: Να περνάει το τραγούδι στο κοινό του και να ενώνει τη φωνή του μαζί με τους άλλους. Παρεΐστικο κλίμα που δεν ξέρω αν θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα μεγαλύτερο χώρο. Είναι κάτι που γουστάρει κάθε καλλιτέχνης - ερμηνευτής, πιστεύω.
Με συγκίνησε χθες και ο Πάνος Μπούσαλης που ανέβηκε στη μικρή σκηνή του Αγγέλων Βήμα και με την κιθάρα του ερμήνευσε τον δικό του ''Δράκοντα'' και το ''Ήτανε μια φορά'' των Ξαρχάκου - Φέρρη. ''Σήκωνε'' ένα τραγούδι του Ξυλούρη για το κοινό που είχε ακούσει προηγουμένως τον Χρονά και τον Ανδρεάδη να αναφέρονται εκτενώς στον Αρχάγγελο της Κρήτης. Ο Μπούσαλης είναι εξαιρετικός και ως τραγουδιστής και ως τραγουδοποιός, η φιλία μας κρατάει μια 15ετία σχεδόν, από τότε που ανήκαμε μαζί και με άλλα νέα παιδιά στον κύκλο του συχωρεμένου ποιητή Αντρέα Παγουλάτου. Μεγάλη η χαρά επίσης που ο Πάνος ήρθε μαζί με τη στιχουργό και ποιήτρια Βέρα Βασιλείου - Πέτσα.
Ικανοποίηση μετά το τέλος της βραδιάς: Αντώνης Παπακωνσταντίνου - Σοφία Μιχαηλίδη - Θέμης Ανδρεάδης
Τι κρατάω εγώ τώρα απ' αυτή τη βραδιά: Την ευαισθησία πάνω απ' όλα του Θέμη Ανδρεάδη που μοιάζει σαν ένα μωρό παιδί, το οποίο απλά ξέχασε να μεγαλώσει, αποκτώντας παράλληλα τη σοφία ενός ενήλικα. Το κλάμα του την ώρα της συνεδρίας μας που λίγο έλειψε να κάνει και μένα να τα πατήσω τα κλάματα. Το τραγούδι του που είναι σαν ένας ρόλος κάθε φορά και το μεγάλο επικοινωνιακό του χάρισμα. Την αγάπη που φαίνεται να εισπράττει από ένα κοινό που τον γνωρίζει καλά ως καλλιτέχνη και τον ακολουθεί στις σπάνιες ζωντανές εμφανίσεις του. Αυτή τη στιγμή, πάντως, που χτυπάω το post τούτο, λέω να ξαναβάλω στο πικάπ ένα από τα παλιά αγαπημένα του βινύλια!